* του Δημήτρη Δεληγιάννη, Εκπαιδευτικού

Μια σικελική παροιμία λέει πως «όποιος δεν ακούει, δε βλέπει και δε μιλάει, ζει εκατό χρόνια». Είναι ο νόμος της σιωπής, η περίφημη ομερτά, σε περιοχές της Σικελίας με ισχυρή την παρουσία της μαφίας.
Υποτίθεται πως αυτά γίνονται μακριά από εδώ. Μαφία δεν υπάρχει και η δημοκρατία απαιτεί πολίτες που και ακούν, και μιλούν, και βλέπουν.
Και όμως… Έφτασαν δύο γεγονότα των τελευταίων ημερών να αναδείξουν μια πραγματικότητα που πολλοί κάνουν πως αγνοούν. Το πρώτο, η επιστολή διαμαρτυρίας των τριών δικηγόρων του δήμου προς τον δήμαρχο της πόλης. Που ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου την κρατούσε στο συρτάρι του, αν και όφειλε να τη δώσει και στους επικεφαλής της αντιπολίτευσης στους οποίους επίσης κοινοποιούνταν! Η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Δηλώνουν το αυτονόητο, είναι νομικοί σύμβουλοι του Δήμου και όχι υπάλληλοι της εκάστοτε δημοτικής αρχής. Και αναφέρονται σε γεγονότα που κανένας δεν τόλμησε να αμφισβητήσει… Παρουσιάζουν έναν δήμαρχο που υποδεικνύει τον τρόπο που γράφονται οι νομικές γνωμοδοτήσεις και παραπονιέται για μία παράγραφο «που δεν έπρεπε να μπει»! Τον εμφανίζουν να αναφέρεται στον επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης (;) με την φράση «πώς ήταν αυτός(!) διαβασμένος;» σε θέμα του δημοτικού συμβουλίου, μια που φαίνεται, αν ήταν στο χέρι του, θα ήταν «αδιάβαστος» και χωρίς ενημέρωση. Με το ίδιο ύφος τους κατηγορεί για «καρφωτές», επειδή τάχα ενημέρωναν την αντιπολίτευση για θέματα της αρμοδιότητάς τους! Λες και η λειτουργία του δήμου είναι υπόθεση 2-3 ανθρώπων, και δεν αφορά το σύνολο της κοινωνίας.
Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται και με τη στάση του δημάρχου στην παρέμβαση του Τεχνικού Επιμελητηρίου για την πρόταση αγοράς κτηρίου από την ΤΕΔΚ. Με ύφος προσβλητικό τους καταλογίζει άγνοια και εμπάθεια που τολμούν να αμφισβητούν τις προτάσεις του. Και με διαρροές στις εφημερίδες «υπενθυμίζει» πως είναι «κατάκτηση»(;) οι αποφάσεις να μην δέχονται έλεγχο για την σκοπιμότητά τους! Κανένα θεσμικό όργανο ή επιστημονικός σύλλογος δεν μπορεί να εκφράζει άποψη. Κανένας πολίτης δεν μπορεί να κάνει κριτική...
Αυτά δεν είναι πράγματα άγνωστα. Και όμως, αποφεύγουμε να τα συζητούμε. Βλέπετε πολλοί μιλούν σήμερα για την κοινωνία που «βράζει». Πολλοί αναφέρονται στους πολίτες που καταδικάζουν τους 300 της Βουλής, τη διαφθορά, τη διαπλοκή και το ρουσφέτι. Και όσο μιλούμε γι’ αυτά με τρόπο αόριστο, όλοι έχουν να εκφράσουν μια άποψη. Να την κάνουν εκπομπή. Να την αναδείξουν με ένα άρθρο τους σε μία στήλη. Τι συμβαίνει, όμως, όταν πάμε να γίνουμε συγκεκριμένοι; Όταν αναφερόμαστε στη δική μας αυλή, στη δική μας πόλη; Εκεί η σιωπή γίνεται εκκωφαντική. Και τα στόματα κλείνουν. Οι κουβέντες αλλάζουν. Και…άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.
Αυτή είναι η επιλογή των τοπικών αρχόντων. Και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη διαφόρων «παραγόντων» που σε συνεχή σχόλιά τους αναφέρονται στον… «μετρ της πολιτικής» που είναι δικαίωμά του να μη δίνει εξηγήσεις, επιβάλλοντας το δικό του νόμο της σιωπής! Με αυτή τη λογική γιατί μας κάνει εντύπωση που ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου δεν κοινοποιεί έγγραφα της νομικής υπηρεσίας του Δήμου στην αντιπολίτευση; Πώς λειτουργεί ο έγκριτος δημοσιογράφος με την πρωινή ενημερωτική εκπομπή σε κανάλι της πόλης που ταυτόχρονα είναι και έμμισθος υπάλληλος του γραφείου τύπου του Δημάρχου, δεξί χέρι της συνεργάτιδάς του κας Οικονόμου; Πώς θα ενημερωθεί ο πολίτης π.χ. για το αν αληθεύουν οι κατηγορίες για τις «προσλήψεις» συγγενών αντιδημάρχων και λοιπών δημοτικών παραγόντων ακόμα και 1 μήνα πριν από τις εκλογές; Πώς θα μάθει για το αν κρύβονται συμφέροντα πίσω από τις διαρκείς – «προβληματικές» όπως φαίνεται- ανανεώσεις των αδειών των οίκων ανοχής στο λόφο του φρουρίου; Για το ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία πληρώνονταν επιλεκτικά εργολάβοι του Δήμου, όπως επισημαίνεται σε έκθεση του ελεγκτή Δημόσιας Διοίκησης μόλις τον προηγούμενο Σεπτέμβριο;
Η Σικελία είναι μακριά. Και η σιωπή πρέπει να σπάσει. Όχι με ανώνυμα υβριστικά σχόλια σε κάποια blogs. Η ανωνυμία γίνεται το άλλοθί της. Αλλά με το δημόσιο διάλογο στο φως της ημέρας. Με όνομα και υπογραφή. Οι πολίτες δικαιούνται εξηγήσεις. Και ο καθένας πρέπει να παίζει το ρόλο του. Εξάλλου, είμαστε πια σε μια εποχή που οι πάντες κρινόμαστε. Απ’ αυτά που λέμε. Αλλά και απ’ αυτά που δεν τολμάμε να λέμε. Και ας μην γελιόμαστε. Η μόνη ελπίδα σε μια περίοδο δύσκολη σαν τη σημερινή είναι η πίστη σε μια «προσωπική αξιοπρέπεια που είναι αδιαπραγμάτευτη». Η πληρωμένη απάντηση του Μάριου Κουτσογεώργου, ενός από τους δικηγόρους του Δήμου, για την προσβλητική στο πρόσωπό του συμπεριφορά της εξουσίας. Το ξεστόμισε. Μας το θύμισε. Και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε…



Τα ΤΕΙ ιδρύθηκαν το 1973 σαν Κέντρα Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης και μετεξελίχθησαν σε ΤΕΙ το 1984. Η πορεία των παρόμοιων ιδρυμάτων στην Ευρώπη οδήγησε τα ΤΕΙ σε μια σειρά από διαρκής αγώνες, για αναβάθμιση και σήμερα μαζί με τα Πανεπιστήμια ανήκουν στην Ανώτατη εκπαίδευση. Μένει βέβαια η ολοκλήρωση των Ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών και η έκδοση των επαγγελματικών δικαιωμάτων, η μη έκδοση των οποίων αποτελεί το μεγάλο αγκάθι για τα ΤΕΙ.
Το κυκλοφοριακό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε σύγχρονη πόλη. Η επίδραση του στην καθημερινότητα των πολιτών είναι μάλιστα τέτοια, που επέβαλλε την επιστημονική αντιμετώπισή του.
Δρόμοι ήπιας κυκλοφορίας για την αποσυμφόρηση των περιοχών γύρω από το κέντρο, που μπορούν να είναι ποδηλατόδρομοι και πεζόδρομοι συγχρόνως. Η δημιουργία οδών ήπιας κυκλοφορίας στο κέντρο αποτελεί πρακτική, που εφαρμόζεται σε πολλές πόλεις της Ευρώπης και της Ελλάδας (π.χ. Παπάγου, Χολαργός στην Αθήνα , αλλά και στο Βόλο) . Μιλάμε για τη δημιουργία «πράσινων» διαδρομών δηλαδή δρόμοι με παρτέρια, δέντρα παγκάκια κλπ στους οποίους διέρχονται μόνο τα αυτοκίνητα τον περιοίκων και θα οδηγούν τον πολίτη από το ακρό της πόλης έως το κέντρο με το ποδήλατο η με τα πόδια. Πιλοτικά θα γίνει η σύνδεση από το κέντρο μέχρι το ΤΕΙ και Τερψιθέα και Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο.
Ο νεοεκλεγείς τότε δήμαρχος κος Τζανακούλης (τον Ιανουάριο του 1999) προλόγιζε στο βιβλίο: «Είναι αλήθεια ότι η εκλογή μου με την ψήφο των Λαρισαίων πολιτών στο αξίωμα του δημάρχου, είναι μια μετάβαση με πολλά προβλήματα, που η λύση τους απαιτεί μελέτη και χρονοβόρες διαδικασίες. …». Δεν μπορούσα να φανταστώ, τότε, ότι για το ξεχορτάριασμα του παλαιού κοιμητηρίου χρειάζονταν δώδεκα χρόνια μελέτης!